Μπόζοβο καλή Βοστίνα
Πουν΄ τα κάλλη σου εκείνα
Σαν
πρόκληση και πρόσκληση μαζί, λειτούργησε το δημοσίευμά μου για το Μπόζοβο
και την Καλή Βοστίνα στον «Βοστινιώτη» και η ανάγνωσή του από τον αγαπητό μου
μαθητή Βαγγέλη Γκόγκο, για μια άλλη «ανάβαση»
στο βουνό των παιδικών μου στοχασμών που αναπαύονται στο σεπέτι της μνημοσύνης,
της Καλής Βοστίνας μας!
Ναι,
μένει αλησμόνητο το πρώτο ανέβασμά μου στο Μπόζοβο, την τελευταία χρονιά της
κατοχής ή στην πρώτη ελεύθερη. Αποφασίσαμε με τον Μιχάλη και το Γιώργο, μαθητές
του Γυμνασίου και γείτονες, να ανεβούμε στο Μπόζοβο για να μαζέψουμε τσάϊ του
βουνού. Συνενοηθήκαμε με τον Νίκο, πυροπαθή πρόσφυγα από τη Σωπική, μεγαλύτερό μας, να μας
συνοδέψει για ασφάλεια. Πολύ πρωϊ, πριν ξημερώσει, έτοιμοι με σακκούλια για το
τσάϊ και λίγο προσφάϊ στο κλειδοπίνακο, τον ξυπνήσαμε που κοιμόταν κάτω από την περγουλιά του
Κάπαρου, αλλά αρνήθηκε να μας συνοδέψει. Αποφασίσαμε να τολμήσουμε μόνοι μας.
Το Μπόζοβο ήταν μπροστά μας, η κορυφή του δεχόταν τις πρώτες ροδοδάκτυλες ακτίνες
του ήλιου από την υψηκάρηνο Νεμέρτσικα, η λακκιά του βουνού που έφτανε μέχρι το
Πανωπήγαδο φάνταζε σαν το καλύτερο μονοπάτι που έφτανε μέχρι την κορυφή. Το
επιλέξαμε σαν μια καλή διαδρομή και το ακολουθήσαμε χωρίς μια εγγύηση καλής
επιλογής. Η διαδρομή στην αρχή ήταν εύκολη στο πλάϊ με τα χωράφια. Πρίν
φθάσουμε στα δέντρα μας βρήκε ο ήλιος, μια εικόνα μοναδική, μας έλουσε η
ροδοδάκτυλη αυγή, θέαμα αξέχαστο, η ροδοδάκτυλη Ηώς του ποιητικού
Έπους του Όμηρου.
Στραφήκαμε
προς τα ανατολικά και απολαύσαμε στην
υψηκάρηνος Νεμέρτσικα την ανατολή του ήλιου να αναδύεται σιγά σιγά και να
διώχνει το σκοτάδι της νύχτας που έφευγε. Μια σκηνή αλησμόνητη για την οποία
ένας ποιητής γράφει:
«αδίκησε τον εαυτό του,
όποιος δεν στάθηκε
μπροστά σε τούτο το
θέαμα, όποιος δεν
έστρεψε το βλέμμα στην
ανατολή την ώρα
που γεννιέται το φως.
Ίσως να μη καταλάβει
ποτέ, τι πα να πεί ομορφιά»
Η συνέχιση της πορείας μέσα στο δασωμένο τμήμα με τα
μεγάλα δένδρα βελανιδιάς, φλαμουριάς, γράβου, ξεροπλάτανου, φτελιά, ήταν μια επίπονη δοκιμασία, η οποία στο γυμνό
μέρος της κορυφής του βουνού μετατράπηκε σε
αναρρίχηση «μπουσουλώντας με τα τέσσερα! Η κατάκτηση της κορυφής ήταν μια δικαίωση της
προσπάθειας. Ανακαλύψαμε μια απέραντη
λεκάνη του Μακρύκαμπου, ένα απέραντο εκτεταμένο πολύχρωμο ταπέτο και ένα παρατηρητήριο
μιας «ΑΠΕΙΡΗΣ» άγνωστης χώρας.
Καθώς βρήκαμε πολλές τούφες τσάϊ αρχίσαμε τη συλλογή
οπότε, κάποια στιγμή, ακούσαμε γαυγίσματα σκύλων και είδαμε στο βάθος μια ομάδα
ανθρώπων. Ανησυχήσαμε, φοβηθήκαμε και
εκεί κάποιος από μας είπε φοβισμένα «τσέτες-
τσέτες», που και μόνο το άκουσμα,
μας παρέπεμπε στις άτακτες και
επικίνδυνες οπλισμένες ομάδες Αλβανών. Ο
φόβος και ο πανικός κυριάρχησε αυτόματα,
αισθανθήκαμε μόνοι και απροστάτευτοι στο έρημο τόπο, πετάξαμε το τσάϊ και κουτρουβαλίσαμε στην
κατηφόρα, έντρομοι και φθάσαμε λαχανιασμένοι και φοβισμένοι στο Πανωπήγαδο. Το
τσάϊ, οι σακούλες, τα κλειδοπίνακα και το ψωμοτύρι σκόρπισαν στο δάσος στην πανικόβλητη
φυγή.
Αυτή ήταν η πρώτη γνωριμία με το Μπόζοβο που
μετατράπηκε σε ένα αφήγημα παιδική τόλμης,
περιπέτειας καύχημα, για να το μολογούμε σαν μια κατάκτηση και γνωριμία
του ωραίου φυσικού περιβάλλοντος που εντάχτηκε στην μουσική παράδοση:
Μπόζοβο καλή Βοστίνα
Πουν΄ τα Κάλλη σου
εκείνα
Κ.Χ.Κ.
Αναρτήθηκε στο Βοστινιώτη
Φεβρουάριος 2026

Αξιότιμε κύριε, Κώστα Κωστούλα,
ΑπάντησηΔιαγραφήΣας ευχαριστώ θερμά για την εμπιστοσύνη να φιλοξενήσω στο blog μου το εξαιρετικό κείμενό σας
«Μπόζοβο καλή Βοστίνα – Πούν’ τα κάλλη σου εκείνα». Για μένα, ως παλιός μαθητής σας, αποτελεί ιδιαίτερη τιμή.
Η γραφή σας, όπως και τότε ο λόγος σας στην τάξη, φωτίζει μνήμες, τόπους και αξίες που μας συνοδεύουν μια ζωή. Να είστε καλά που συνεχίζετε να μας διδάσκετε μέσα από τις αναμνήσεις και τη σκέψη σας.
Με σεβασμό και εκτίμηση
Βαγγέλης Γκόγκος