60 ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ...
Το ολοκαύτωμα του Σταυροσκιαδίου
Γράφει ο ΝΙΚΟΣ ΥΦΑΝΤΗΣ
Εκείνοι που έζησαν τα δραματικά γεγονότα της Κατοχής, γνωρίζουν την απάνθρωπη και βάρβαρη τακτική που εφάρμοζαν οι Γερμανοί Ναζί. Στα κατοχικά χρόνια ο φόβος και ο τρόμος ήταν διάχυτος παντού. Οι κάτοικοι υπέφεραν από την έλλειψη και των πλέον στοιχειωδών. Πείνα, ανέχεια και
δυστυχία. Δεν έφτανε το δράμα της Κατοχής για τους ανθρώπους του χωριού μας, ήρθε και η πυρπόλησή του για να καταφέρει το τελειωτικό πλήγμα.
9 Ιουνίου 1944. Αλησμόνητη, αξέχαστη, σημαδιακή μέρα. Θανατηφόρος χαλασμός αγκάλιασε το χωριό. Ολοκληρωτική καταστροφή. Αντάρτες από τις γύρω δασωμένες περιοχές χτύπησαν τους Γερμανούς, που θεώρησαν υπεύθυνους τους Σταυροσκιαδίτες και περικύκλωσαν το χωριό. Γνωστή η τακτική τους όταν συναντούσαν αντίσταση. Για εκδίκηση πυρπολούσαν το πιο κοντινό χωριό. Αν συνέβαινε κάποιος Γερμανός να χάσει τη ζωή του, πενήντα ανθρώπους έπιαναν και τους εκτελούσαν. Μαινόμενοι, κραυγάζοντας και χτυπώντας αλύπητα ανήμπορους ανθρώπους, γυναίκες και παιδιά, τους ανάγκασαν να βγουν από τα σπίτια τους. Τους συγκέντρωσαν στο σπίτι του Θανάση Μίχου. Ο σκοπός τους ήταν φανερός, να τους κάψουν ζωντανούς. Ανάγλυφη η εικόνα της θηριωδίας. Λεηλατούσαν το βιός των κατοίκων. Οι άμοιροι κάτοικοι, σκιές του εαυτού τους, πελιδνοί και καταπτοημένοι περίμεναν το τέλος τους. Δεν ήταν μόνο η φωτιά και η λεηλασία ήταν και το αίμα, οι ψυχικοί πόνοι, οι χειροπέδες, οι ξυλοδαρμοί, οι ατιμώσεις, οι εξευτελισμοί. Στριμωγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλον, άφωνοι, με ολάνοιχτα μάτια και άδεια την ψυχή, ανέμεναν το μοιραίο. Την ώρα που ήταν έτοιμοι να βάλουν φωτιά στο σπίτι ήρθε ένας Αυστριακός αξιωματικός και με άγριες διαθέσεις τους διέταξε να μπουν στη γραμμή και τους οδήγησε στο χαγιάτι της εκκλησίας.
Απέναντι και σε μικρή απόσταση είχαν στήσει τα μυδράλια. Σκέφτηκαν άλλον τρόπο εκτέλεσης. Για καλή τους τύχη κατέφτασε ένας ανώτατος αξιωματικός και άρχισε να κάνει βόλτες γύρω από τους συγκεντρωμένους κατοίκους. Η τύχη τους κρεμόταν από μια κλωστή. Ο Σωκράτης Παππάς πήρε το θάρρος να τους μιλήσει με σπασμένα γερμανικά. Τους είπε ότι οι αντάρτες που τους χτύπησαν δεν ήταν χωριανοί, περαστικοί ήταν. Οι Γερμανοί, αφού διεπίστωσαν ότι οι άντρες του χωριού ήταν παρόντες, σταμάτησαν την εκτέλεση. Σώθηκαν! Τους έβαλαν στη γραμμή και η πομπή ξεκίνησε για την Πωγωνιανή. Όταν η φάλαγγα έφτασε στον 'Aγιο Αθανάσιο αντίκρισαν πίσω τους φωτιές και καπνούς, το χωριό καιγόταν. Δαίμονες της κόλασης περιέρχονταν τα σπίτια και σαδιστικά τα περιέβρεχαν με πετρέλαιο και σε λίγη ώρα γίνονταν παρανάλωμα του πυρός. Σωστή κόλαση! Πενήντα έξι σπίτια αποτεφρώθηκαν.
Ο ουρανός σκοτείνιασε: Φρίκη και όλεθρος. Τα πάντα μεταβάλλονταν σε καπνούς και στάχτες. Πύρινες φλόγες τυλίγουν τα σπίτια και πυκνοί καπνοί καλύπτουν τον ουρανό. Φλόγες, καπνοί και αποκαΐδια. Τίποτε δεν έμεινε όρθιο. Τοίχοι μαυρισμένοι από τη φωτιά, σοκάκια γεμάτα στάχτες και σωροί από καπνισμένες πέτρες. Σώθηκε το Σταυροσκιάδι από τους Τούρκους και τους Τουρκαλβανούς και δεν γλίτωσε από τη βαρβαρότητα των Γερμανών.
Σήμερα ανοιχτές πληγές παραμένουν κάποια ερείπια για να θυμίζουν και να μαρτυρoύν την ανήκουστη καταστροφή. Οι όμηροι σκυφτοί, αμίλητοι, ράκη ψυχικά και σωματικά, φαντάσματα του εαυτού τους, έφτασαν στην Πωγωνιανή και στοιβάχτηκαν στο Δημοτικό Σχολείο Το απόγευμα 44 άντρες φορτώθηκαν στα αυτοκίνητα για τα Γιάννινα. Τους υπόλοιπους τους άφησαν ελεύθερους. Από τους 44 ομήρους που έφτασαν στα Γιάννινα 11 οι: Δωδης Aλέξανδρος, Δώδης Βασίλειος του Λεωνίδα, Γκόνος Βασίλειος του Σπυρίδωνα, Διαμάντης Εμμανουήλ του Γεωργίου, Σωτηρόπουλος Σωτήριος του Βασιλείου, Δόκος Βασίλειος του Αθανασίου, Παππάς Κωνσταντίνος του Βασιλείου, Κολέφας Βασίλειος του Ιωάννη, Τσίτσος Πέτρος του Δημητρίου, Αλεξιάδης Χαρίλαος του Ηρακλή και Αλεξιάδης Γεώργιος του Ηρακλή, εστάλησαν στη Γερμανία και 6 οι: Σωτηρόπουλος Αθανάσιος του Κωνσταντίνου, Σωτηρόπουλος Βασίλειος του Γεωργίου, Κολέφας Αχιλλέας, Τσόγκας Ιωάννης, Δάππας Αχιλλέας και Δώδης Ευάγγελος, πήραν το δρόμο για τη Θεσσαλονίκη. Οι υπόλοιποι 27 αφέθηκαν ελεύθεροι και επέστρεψαν στο χωριό. Τα γυναικόπαιδα, μετά από πέντε μέρες που έμειναν στην Πωγωνιανή, γύρισαν στο κατεστραμμένο χωριό τους. Όμως! Πού να μείνουν; Τα σπίτια καμένα, τα ζώα αρπαγμένα, το βιος ολόκληρης ζωής χαμένο χωρίς σκεπάσματα, χωρίς ρούχα να αλλάξουν, χωρίς μαγειρικά σκεύη. Συγκέντρωναν τα μισοκαμένα πράγματα και πάσχιζαν να κρατηθούν στη ζωή! Δεν άργησε να κάνει την εμφάνιση η πείνα. Είχαν και το μυαλό τους στους άντρες που έλειπαν από το χωριό.
Οι περιπέτειες της επιβίωσης κατά το διάστημα του καλοκαιριού και του δύσκολου χειμώνα που ήρθε βαρύς ξεπερνούν την ανθρώπινη φαντασία. Προσπαθούν, με τις δυνάμεις που τους είχαν απομείνει, να συμμαζέψουν τα σπίτια τους ζώντας σε πρόχειρες καλύβες. Μόνο η ψυχική τους αντοχή και η δύναμη της θέλησής τους τους έσωσε.
Ο πόλεμος τέλειωσε με νίκη των Συμμαχικών Δυνάμεων. Οι Γερμανοί εγκατέλειψαν ηττημένοι τον τόπο. Την 'Aνοιξη του 1945 επέστρεψαν οι όμηροι στα σπίτια τους και στις οικογένειές τους. Το κράτος άρχισε, με όσα μέσα διέθετε, να επουλώνει τις πληγές που άφησε πίσω του ο πόλεμος και η κατοχή.
Κάποια μικρή, αλλά ευπρόσδεκτη βοήθεια, στέλνονταν και στα χωριά, Η ζωή σιγά-σιγά επανερχόταν στους φυσιολογικούς της ρυθμούς.

▼ Οι παρακάτω προβολές δεν εμφανίζονται σε Smartphones και Tablets

Μετακινηθείτε προς τα κάτω με τη ροδέλα του ποντικιού, για να δειτε όλα τα περιεχόμενα